Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
Συνέντευξη στη Μάρθα Λεκκάκου
«Η προσπάθεια του καθεστώτος της Άγκυρας δεν είναι μόνο προκλητική αλλά μπορεί να καταστεί και επικίνδυνη, θέτοντας σε δοκιμασία τις σχέσεις καλής γειτονίας μεταξύ των δύο χωρών», δηλώνει με συνέντευξή του στην Today Press, ο υφυπουργός Εξωτερικών, Γιάννης Λοβέρδος.
- Κύριε Υφυπουργέ, η Άγκυρα προωθεί ένα νομοσχέδιο που ενσωματώνει τη “Γαλάζια Πατρίδα” στο εθνικό της δίκαιο, νομιμοποιώντας αυθαίρετα διεκδικήσεις για ΑΟΖ έως 200 μίλια, την ώρα που βλέπουμε συνεχή πισωγυρίσματα από τη γείτονα -από την απόρριψη στον ΟΗΕ των ελληνικών ενστάσεων για τα “Τουρκικά Στενά” μέχρι τις εμπρηστικές ανακοινώσεις για τη Γενοκτονία των Ποντίων. Παράλληλα, υπήρξαν έντονες διπλωματικές επαφές της Αθήνας με την Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες, ενώ σύμμαχοι όπως η Γερμανία δηλώνουν έτοιμοι να συνδράμουν στην αποκλιμάκωση, τονίζοντας πως δεν είναι ουδέτεροι. Ωστόσο, μήπως βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα αναπόφευκτη κρίση στο Αιγαίο;»
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η στάση της Τουρκίας το τελευταίο διάστημα, με αποκορύφωμα τον νομοσχέδιο που προετοιμάζεται για τη λεγόμενη «γαλάζια πατρίδα», έχει αλλάξει επί τα χείρω και είναι απίστευτα προκλητική έναντι της Ελλάδος. Δεν είναι εύκολο να σχολιάσουμε ακόμα το περιεχόμενο ενός νομοσχεδίου το οποίο το γνωρίζουμε μόνο από διαρροές του τουρκικού τύπου. Παρ’ όλα αυτά είναι προφανές ότι η προσπάθεια του καθεστώτος της Άγκυρας δεν είναι μόνο προκλητική αλλά μπορεί να καταστεί και επικίνδυνη, θέτοντας σε δοκιμασία τις σχέσεις καλής γειτονίας μεταξύ των δύο χωρών.
Για μας, η επιβάρυνση από τη νέα στάση της τουρκικής κυβέρνησης αναμφίβολα προκαλεί έναν δικαιολογημένο προβληματισμό, ο οποίος αντιμετωπίζεται με τη δέουσα σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Είναι κάτι που το λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη μας, χωρίς να επιτρέπουμε φτηνούς λαϊκισμούς να σκιάζουν την υπεύθυνη εξωτερική πολιτική, που ακολουθεί η κυβέρνηση της Ελλάδος προς όφελος της εθνικής μας κυριαρχίας και του εθνικού συμφέροντος. Είναι προφανές ότι η μεταβολή στη στάση της Τουρκίας θέτει σε κίνδυνο την πολιτική των ήρεμων νερών, που η Ελλάδα θεωρεί ως προϋπόθεση για την επίλυση της μιας και μοναδικής διαφοράς που έχει με τη γείτονα χώρα και είναι η χάραξη της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ.
Κάποιοι υποστηρίζουν πως θα έπρεπε να τηρήσουμε πιο αποφασιστική στάση έναντι της κυβέρνησης της Άγκυρας. Προφανώς δεν κατανοούν την συνθετότητα της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας, η οποία πάντα αποσκοπεί στην προστασία της εθνικής κυριαρχίας με πλήρη σεβασμό στο διεθνές δίκαιο. Η πατρίδα μας ούτε απειλεί αλλά ούτε απειλείται.
Όποιο και αν είναι το περιεχόμενο του νέου νομοσχεδίου, είναι προφανές ότι δεν αποτελεί σοβαρό νομικό κείμενο και σε καμία περίπτωση δεν επιφέρει νομικές συνέπειες από πλευράς διεθνούς δικαίου.
Η προσωπική μου άποψη είναι ότι η Τουρκία έχει αποφασίσει να τηρήσει αυτήν την προκλητική στάση της Ελλάδος για δύο λόγους: Ο πρώτος λόγος αφορά στον εκνευρισμό που έχει καταλάβει το καθεστώς Ερντογάν από την εξωτερική πολιτική της Ελλάδος, η οποία έχει καταστεί ενεργειακός κόμβος στη νοτιοανατολική Ευρώπη και ταυτόχρονα με την στρατηγική σχέση με την Κύπρο, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες έχει κατορθώσει να ενισχύσει διπλωματικά και στρατιωτικά την δική της θέση. Ταυτόχρονα, η ενεργός ενίσχυση της Ελλάδος από τις ευρωπαϊκές χώρες έχει περιορίσει τις δυνατότητες της Τουρκίας, η οποία αισθάνεται σε μεγάλο βαθμό πιεσμένη από τις εξελίξεις που διαμορφώνονται στον χώρο της Μέσης Ανατολής και του Περσικού Κόλπου. Ο εκνευρισμός της αυτός φοβάμαι ότι την οδηγεί σε σπασμωδικές κινήσεις οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να επιφέρουν ανατροπή των δεδομένων στο Αιγαίο ή τετελεσμένα, όπως παγίως επιθυμεί.
Ο δεύτερος λόγος εκτιμώ ότι προέρχεται από τον εκνευρισμό της τουρκικής κυβέρνησης εξαιτίας των πολλών και σοβαρών προβλημάτων που έχει στο εσωτερικό της χώρας της. Η έντονη κριτική που δέχεται η κυβέρνηση Ερντογάν στο εσωτερικό, η προσπάθειά της που προκαλεί αντιδράσεις για τον έλεγχο της αντιπολίτευσης αλλά και η τεράστια οικονομική κρίση που πλήττει τη γείτονα, επιχειρείται να αντιμετωπιστεί με την έξαρση του εθνικιστικού φρονήματος που εκ των πραγμάτων στρέφεται κατά τον πάγιων πολιτικών και νομικών δεδομένων που υπάρχουν στο Αιγαίο, και εναντίον της διεθνούς νομιμότητας και της Ελλάδος.
Για όσους κάθονται στον καναπέ τους και σχολιάζουν με κροκοδείλια δάκρυα την εξωτερική πολιτική της Ελλάδος, αυτό που έχω να τους επισημάνω είναι ότι έχουν γνώση οι φύλακες και ότι η Ελλάδα είναι σε θέση και διπλωματικά και στρατιωτικά επί του πεδίου να προστατεύσει με αποφασιστικότητα τα εθνικά συμφέροντα, χωρίς λαϊκισμούς και κραυγές. Στην εξωτερική πολιτική άλλωστε δε χωρούν κραυγές αλλά υπεύθυνοι χειρισμοί, όπως αυτοί που κάνει η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη ενισχύοντας τόσο διπλωματικά όσο και στρατιωτικά την εθνική μας άμυνα. Γι’ αυτό είμαι περήφανος που υπηρετώ την πατρίδα μου και το Υπουργείο Εξωτερικών.


(ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ/EUROKINISSI)
- Στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις. Πρόσφατα δηλώσατε ότι η Μαρία Καρυστιανού «προσπάθησε να ικανοποιήσει μια ματαιοδοξία για να γίνει βουλευτής ή αρχηγός κόμματος», ενώ αφήσατε αιχμές για σχέσεις ανθρώπων γύρω της με τη Ρωσία. Η αντιπολίτευση σας κατηγορεί για απόπειρα δολοφονίας χαρακτήρα μιας μάνας που έχασε το παιδί της στα Τέμπη. Τι απαντάτε; Και ποια θεωρείτε ότι μπορεί να είναι εν τέλει η δυναμική του κόμματος της κυρίας Καρυστιανού;
Δε νομίζω ότι υπάρχει άλλος βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας που να έχει εκφράσει τον απόλυτο σεβασμό του και τη συντριβή του απέναντι στους γονείς των θυμάτων της εθνικής τραγωδίας των Τεμπών όσο εγώ. Θεωρώ ότι οι άνθρωποι αυτοί που έχασαν τα παιδιά τους αξίζουν όχι μόνο τον σεβασμό μας αλλά και την συνεχή υποστήριξή μας. Η Μαρία Καρυστιανού όμως, από τη στιγμή που αποφάσισε να πάψει να συμπεριφέρεται ως γονιός αλλά να αναμειχθεί στην πολιτική και μάλιστα να ιδρύσει πολιτικό κόμμα, στο οποίο εμφανίζεται ως δήθεν ο νέος Μεσσίας που θα σώσει την Ελλάδα από τα κακώς κείμενα, αντιμετωπίζεται ως πολιτικός κι όχι ως η χαροκαμένη μάνα που υποφέρει για τον αδόκητο χαμό του παιδιού της. Γι’ αυτό και τον ισχυρότερο επικριτικό λόγο εις βάρος της εξέφρασαν οι άλλοι γονείς των τραγικών θυμάτων των Τεμπών, όπως ο κύριος Πλακιάς και ο κύριος Ασλανίδης, που με σφοδρότητα την επέκριναν, κατά τη γνώμη μου δικαίως, για την απόφασή της αυτή. Και τελικά ο μέγας κριτής πάντα στην πολιτική είναι ο κυρίαρχος ελληνικός λαός.
- Αντίστοιχα, ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε το νέο του κόμμα. Πώς βλέπει η Νέα Δημοκρατία αυτή την εξέλιξη; Θεωρείτε ότι το πολιτικό του κεφάλαιο έχει κλείσει οριστικά ή θα διεκδικήσει τη δεύτερη θέση έναντι του ΠΑΣΟΚ;
Δεν ανήκω σε αυτούς που αρνούνται ότι ο Αλέξης Τσίπρας διαθέτει μια πολιτική γοητεία που τον καθιστά ελκυστικό σε ένα μέρος του εκλογικού σώματος. Ταυτόχρονα όμως δεν θεωρώ ότι ο κύριος Τσίπρας εκπροσωπεί το νέο, αλλά το παλιό. Είναι ένας πολιτικός που κυβέρνησε την Ελλάδα επί πεντέμισι χρόνια και στα χρόνια αυτά κορόιδεψε τους Έλληνες όσο κανείς από τους προκατόχους του. Και αυτό πάλι δεν είναι κάτι που ξεχνιέται. Το να εμφανίζεται ξανά ως σωτήρας της χώρας ο κύριος Τσίπρας είναι τουλάχιστον υποκριτικό. Η χώρα δεν έχει ανάγκη από άλλους μεσσίες. Έχει ανάγκη από σοβαρή και υπεύθυνη διακυβέρνηση που κατά τη γνώμη μου την εγγυώνται μόνο ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η ΝΔ από το υπάρχον πολιτικό προσωπικό.


- Την ίδια ώρα οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η Νέα Δημοκρατία καταγράφει φθορά και πίεση, με την κοινωνία να εκπέμπει μηνύματα δυσαρέσκειας. Ποια είναι η πραγματική εκλογική δυναμική της παράταξης σήμερα και τι πρέπει να γίνει, σε επίπεδο κυβερνητικού έργου και πολιτικής στρατηγικής, ώστε η κεντροδεξιά παράταξη να παραμείνει πρώτη και με αξιώσεις για την αυτοδυναμία στις επόμενες εθνικές εκλογές;
Δεν ανήκω σ’ αυτούς που τρέφουν αυταπάτες στην πολιτική. Γνωρίζω καλά ότι η Νέα Δημοκρατία έχει υποστεί φθορά εξαιτίας των σοβαρών προβλημάτων όπως είναι η ακρίβεια, αλλά κυρίως εξαιτίας κάποιων λανθασμένων και της τοξικότητας της αντιπολίτευσης που κατόρθωσε να πείσει μέρος της κοινωνίας ότι υπάρχουν φαινόμενα διαφθοράς στο κράτος. Γι’ αυτό και τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας αυτή τη στιγμή υπολείπονται της αυτοδυναμίας, μολονότι παραμένει μακράν το μεγαλύτερο κόμμα της Ελλάδος. Είναι όμως ακόμα νωρίς. Τον Μάρτιο του 2027 που θα γίνουν οι εκλογές, οι Έλληνες θα τεθούν απέναντι στο δίλημμα ποιος πρωθυπουργός μπορεί καλύτερα να κυβερνήσει αποτελεσματικά και υπεύθυνα τη χώρα. Και σ’ αυτό το δίλημμα δεν έχω καμία αμφιβολία ότι και πάλι νικητής θα είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος είναι ό,τι καλύτερο διαθέτει αυτή τη στιγμή το πολιτικό προσωπικό της χώρας.
- Ως αρμόδιος Υφυπουργός, παρουσιάζετε διεθνώς τις καλές πρακτικές της Ελλάδας για τη Διασπορά, όπως κάνατε πρόσφατα με την ομόλογό σας από την Κένυα. Ωστόσο, η αντιπολίτευση επιμένει ότι η επέκταση της επιστολικής ψήφου γίνεται με μικροκομματικά κριτήρια για να λειτουργήσει η ομογένεια ως «εκλογική δεξαμενή» της ΝΔ. Πώς απαντάτε;
Είναι εξοργιστικό ότι μερίδα της αντιπολίτευσης θεωρεί ότι η υποχρέωση του ελληνικού κράτους να διευκολύνει τον ελληνισμό της διασποράς να ψηφίσει από τον τόπο κατοικίας του για τις ελληνικές εκλογές, είναι προσπάθεια να αυξηθούν τα ποσοστά της νέας Δημοκρατίας. Είναι ντροπή. Οι Έλληνες του εξωτερικού έχουν κάθε δικαίωμα να μπορούν να ψηφίζουν ελεύθερα στην πατρίδα τους. Και όποιος προσπαθεί να τους εμποδίσει, υπονομεύει την πατρίδα και τη δημοκρατία.











