Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
Συνέντευξη στη Μάρθα Λεκκάκου
«Ο διάλογος δεν είναι παραχώρηση – είναι η μόνη σοβαρή βάση για λύσεις», τονίζει με συνέντευξή της στην TODAY PRESS, η Βουλευτής Επικρατείας ΝΔ, τ. Υφυπουργός Παιδείας, Ιωάννα Λυτρίβη.
- Η νέα χρονιά που έχει ξεκινήσει, κουβαλά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, το οποίο διερευνάται στο Κοινοβούλιο, μέσα από την Εξεταστική Επιτροπή, στην οποία είστε γραμματέας. Η επιλογή ενός μονοκομματικού προεδρείου της ΝΔ στην Επιτροπή έχει προκαλέσει από την αρχή έντονες αντιδράσεις για πιθανή συγκάλυψη ή έλλειψη ουδετερότητας. Πώς απαντάτε σε όσους υποστηρίζουν ότι αυτό υπονομεύει την αξιοπιστία της διαδικασίας;
Η Εξεταστική Επιτροπή λειτουργεί με βάση το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής, που προβλέπουν ρητά ότι η πλειοψηφία έχει την ευθύνη της συγκρότησης του προεδρείου. Αυτό, όμως, σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί τον διακομματικό χαρακτήρα των εργασιών της Επιτροπής ούτε περιορίζει τα δικαιώματα της αντιπολίτευσης. Οι συνεδριάσεις είναι δημόσιες, οι μάρτυρες εξετάζονται με ίσους όρους και όλα τα κόμματα έχουν πλήρη πρόσβαση στο υλικό. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η διαφάνεια δεν κρίνεται από τη σύνθεση του προεδρείου, αλλά από τη διαδικασία, όπως αυτή εξελίσσεται. Και, με παρρησία, υποστηρίζω ότι η διαδικασία έχει τηρηθεί από το Προεδρείο με αξιοπιστία και προσήλωση στην αποστολή της εξεταστικής επιτροπής. Τη διερεύνηση σε βάθος μιας υπόθεσης που έχει την προβολή της στη συγκυρία, αλλά και διαχρονικά, δομικά χαρακτηριστικά που φανερώνουν τις παθογένειες του ελληνικού Κράτους στη μεταπολίτευση. Ο κατάλογος των μαρτύρων υπήρξε εξαντλητικός, δίχως να παραλειφθεί κανείς, υπηρεσιακός ή πολιτικός. Τέθηκαν και τίθενται ερωτήματα προς όλους και για όλα. Το Προεδρείο προσπάθησε και προσπαθεί να διαφυλάξει το κύρος της διαδικασίας και την ποιότητα του κοινοβουλευτικού διαλόγου, έργο το οποίο δεν είναι πάντα εύκολο, κάτι το οποίο, κανείς – τουλάχιστον καλοπροαίρετος – δεν μπορεί να το αμφισβητήσει.
- Μετά από πολλές συνεδριάσεις και δεκάδες καταθέσεις, ποια είναι η έως τώρα εικόνα που προκύπτει και ποια είναι η στάση της αντιπολίτευσης; Επίσης, ποια είναι τα κρίσιμα στοιχεία που, κατά τη γνώμη σας, πρέπει να ενσωματωθούν στο τελικό πόρισμα;
Μέχρι στιγμής προκύπτει μια σύνθετη εικόνα, που αναδεικνύει διαχρονικές παθογένειες στη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ και όχι ένα απλό, μονοδιάστατο ζήτημα. Αυτό ακριβώς επιβεβαιώνει την ανάγκη σύστασης της Εξεταστικής Επιτροπής.
Σε μια εξεταστική επιτροπή, αυτό που προέχει είναι η διερεύνηση της υπόθεσης και των τυχόν ευθυνών όσων εμπλέκονται σε αυτήν. Αυτή είναι η συνταγματική μας αποστολή και αυτήν πρέπει όλα τα μέλη της επιτροπής να υπηρετούν, ανεξαρτήτως κομματικής τοποθέτησης. Προφανώς και υπάρχουν και θα υπάρξουν εντάσεις με περισσότερο πολιτικό χρώμα, όμως δεν πρέπει το έργο της Επιτροπής να εκλαμβάνεται ως μια σύγκρουση της Κυβέρνησης με την αντιπολίτευση. Είναι σημαντικό και για την εικόνα του Κοινοβουλίου προς τα έξω, γιατί αυτό βλέπουν οι πολίτες και η εμπιστοσύνη τους στον θεσμό δεν ενισχύεται από τάσεις διαλυτικές για το κοινοβουλευτικό έργο. Όλοι μας, στην Κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, φέρουμε αυτή την ευθύνη.
Ως προς το τελικό πόρισμα, θεωρώ κρίσιμο ότι πρέπει να αποτυπώνει εναργώς τις δομικές/διαρθρωτικές αδυναμίες του συστήματος, τις διοικητικές πρακτικές που χρήζουν αλλαγής, και οπωσδήποτε συγκεκριμένες πρακτικές προτάσεις για την ενίσχυση της διαφάνειας και του ελέγχου. Χρήσιμη θα ήταν θεωρώ και η αναφορά σε καλές διεθνείς πρακτικές.

- Πώς αξιολογείτε τη στάση των αγροτών στα μπλόκα ειδικά μετά την απόφασή τους να κλιμακώσουν τις κινητοποιήσεις τους;
Η παρατεταμένη ταλαιπωρία που προκαλούν τα μπλόκα δεν ενισχύει –αντίθετα υπονομεύει– την υπόθεση των αγροτών. Σε μια δημοκρατία, η διεκδίκηση δεν μπορεί να αποκόπτεται από την ευθύνη απέναντι στην κοινωνία. Η Κυβέρνηση έχει επιδείξει θεσμική ψυχραιμία και ουσιαστική ανοχή, καλώντας επανειλημμένα σε διάλογο, ακόμη και στο ανώτατο επίπεδο. Δεν είναι, όμως, θεσμικά ούτε λογικά αποδεκτό να κλιμακώνονται οι κινητοποιήσεις και ταυτόχρονα να απορρίπτεται κάθε πρόσκληση συζήτησης. Η πολιτεία έχει αποδείξει έμπρακτα ότι στηρίζει τον αγροτικό κόσμο, εξαντλώντας τα περιθώρια που επιτρέπουν το ευρωπαϊκό πλαίσιο και τα δημοσιονομικά δεδομένα: με παρεμβάσεις στο κόστος καυσίμων και ενέργειας, με αποζημιώσεις και με στοχευμένη στήριξη κρίσιμων προϊόντων. Ο διάλογος δεν είναι παραχώρηση· είναι η μόνη σοβαρή βάση για λύσεις. Η Κυβέρνηση δεν φοβάται τον διάλογο· αυτό που δεν μπορεί να αποδεχθεί είναι η άρνησή του.
- Αν κοιτάξουμε τη δεύτερη κυβερνητική θητεία συνολικά, ποιο θεωρείτε ότι είναι το μεγαλύτερο στοίχημα που δεν έχει ακόμη κερδηθεί και ποια πολιτική επιλογή θα κρίνει, κατά τη γνώμη σας, το τελικό αποτύπωμα της κυβέρνησης;
Υπάρχει ένα διαχρονικό νομίζω στοίχημα και σε αυτό προσπαθεί να ανταποκριθεί η Κυβέρνηση: να εμπεδωθεί στους πολίτες η πεποίθηση ότι το Κράτος είναι δίπλα τους, εξίσου και αδιαπραγμάτευτα για όλους. Ότι είναι κοντά τους, στα πιο καθημερινά θέματα, ότι δεν τους δυσκολεύει τη ζωή. Και έχουν γίνει σε αυτό το πεδίο πολλά και σημαντικά, στην υγεία, την παιδεία, την εργασία. Όμως έχουμε να αντιμετωπίσουμε δομικά ζητήματα και ας μην ξεχνάμε πού βρισκόταν η χώρα μερικά χρόνια μόλις πριν, σε μια κρίση άνευ προηγουμένου που της στέρησε πόρους, υλικούς και ανθρώπινους. Τώρα η οικονομία πλέον έχει σταθεροποιηθεί, η χώρα έχει ενισχυθεί γεωπολιτικά, τώρα η μεταρρυθμιστική μας δυναμική είναι ισχυρή, η Ελλάδα δεν είναι ίδια, άλλαξε και αλλάζει και μάλιστα σε μια εξαιρετικά δύσκολη διεθνή συγκυρία. Και το τελικό αποτύπωμα της Κυβέρνησης θα το κρίνει η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων για ένα πιο αποτελεσματικό Κράτος, χωρίς τον φόβο πολιτικού κόστους.

- Το 2026 είναι προεκλογική χρονιά με το πολιτικό σκηνικό να εμφανίζεται σήμερα ιδιαίτερα ρευστό, καθώς βρισκόμαστε εν αναμονή δημιουργίας νέων κομμάτων, αφενός του Αλέξη Τσίπρα και ενδεχομένως ενός άλλου με τη συμμετοχή της Μαρίας Καρυστιανού, ενώ άγνωστο παραμένει πώς θα κινηθεί ο πρώην πρωθυπουργός κ. Σαμαράς. Το σχόλιό σας.
Η δημοκρατία μας είναι ανοιχτή και κάθε πολιτική πρωτοβουλία, όταν αυτή γεννιέται, κρίνεται από τους πολίτες. Ως τότε, όλα όσα ακούγονται είναι σενάρια και προσωποκεντρικές συζητήσεις, στα οποία η Κυβέρνηση δεν επενδύει. Η πολιτική αντιπαράθεση θα γίνει στο πεδίο των προγραμμάτων και των πρακτικών λύσεων απέναντι στα προβλήματα της καθημερινότητας.
Για την ώρα, το μόνο βέβαιο στο πολιτικό τοπίο είναι ότι η Κυβέρνηση έχει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των πολιτών και ότι η αντιπολίτευση εμφανίζεται αδύναμη και κατακερματισμένη. Ο μόνος ασφαλής δρόμος, για τη Νέα Δημοκρατία και τη χώρα, είναι στο διάστημα που απομένει μέχρι τις εκλογές να προχωρήσουμε τις αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει, να υλοποιήσουμε το πρόγραμμά μας, όπως το έχουμε υποσχεθεί, στο ακέραιο, να μη διαψεύσουμε τις προσδοκίες των πολιτών. Και στο τέλος με βάση αυτά θα κριθούμε.
- Ένα βασικό δημοσκοπικό εύρημα είναι η επονομαζόμενη «γκρίζα ζώνη» των αναποφάσιστων και όσων απείχαν από τις εκλογές του 2023. Αυτή τη δεξαμενή πολιτών συγκροτούν κυρίως γυναίκες και νέες – μέσες ηλικίες (17-44 ετών). Πώς θεωρείτε ότι πρέπει να κινηθεί η Νέα Δημοκρατία για να προσεγγίσει αυτές τις κοινωνικές ομάδες, όπως και τους ψηφοφόρους της που έχουν απομακρυνθεί;
Η «γκρίζα ζώνη», κατά την άποψή μου, εκφράζει κυρίως απογοήτευση και απόσταση από την πολιτική, και όχι ιδεολογική μετακίνηση. Οι νέοι απομακρύνονται από την πολιτική και αυτό δεν αφορά μόνο τους ψηφοφόρους της ΝΔ, αλλά είναι συνολικά μια στάση αδιαφορίας απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Έχει να κάνει με το πώς βιώνουν και αντιλαμβάνονται τη θέση τους στην κοινωνία, την αίσθηση που εύλογα έχουν οι νέες γενιές ότι «πληρώνουν» τα επιτυχημένα σχέδια ζωής των γονιών τους. Δεν ικανοποιούνται οι νέοι σήμερα με αόριστες υποσχέσεις και συνθήματα. Θέλουν στοχευμένες πολιτικές, για την ενίσχυση της απασχόλησης, τη μέριμνα για τη στέγαση, την παροχή κινήτρων για να μείνουν στη χώρα και να δημιουργήσουν, να κάνουν οικογένεια, να εκπληρώσουν τα όνειρά τους. Και πάνω σε αυτούς τους άξονες εργάζεται με συνέπεια η Κυβέρνηση. Και πάνω σε αυτούς τους άξονες οφείλει να εντείνει τις προσπάθειές της. Και όχι για λόγους κομματικής υπεροχής, αλλά για λόγους πατριωτικούς και επιβιωτικούς, θα έλεγα. Δίχως τους νέους μας, μια ήδη γερασμένη κοινωνία, δεν μπορεί να είναι αισιόδοξη για την πρόοδο και την ευημερία της.
Με αφορμή τη θητεία σας στο Υπουργείο Παιδείας, πολύ συνοπτικά θα ήθελα να μου αναφέρετε τρεις μείζονες προτεραιότητες για την εκπαιδευτική μας πολιτική.
Στέρεες βάσεις, κοινός βηματισμός με την εποχή, νέες μέθοδοι, παραδοσιακή αγάπη για τα «γράμματα» και τη γνώση! Αυτές είναι οι κατευθύνσεις που, κατά την άποψή μου, πρέπει να υπηρετεί κάθε πολιτική για την εκπαίδευση. Αν έπρεπε να προτάξω τρεις κρίσιμες προτεραιότητες για την εκπαίδευση με βλέμμα στο 2030, θα τόνιζα την αναγκαιότητα ενίσχυσης του ρόλου του Λυκείου, ως αυτόνομης εκπαιδευτικής βαθμίδας και την ομαλή μετάβαση στο Εθνικό Απολυτήριο· δεύτερον, την ποιοτική αναβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, ώστε να δημιουργούμε για τους νέους μας αξιόπιστες προοπτικές απασχόλησης· και τρίτον, τη διεθνοποίηση των ελληνικών πανεπιστημίων μέσα από συνεργασίες με αναγνωρισμένα αλλοδαπά ιδρύματα. Καμία προτεραιότητα, ωστόσο, δεν πρόκειται να οικοδομηθεί σε γερά θεμέλια, αν δεν προηγηθεί ειλικρινής διάλογος με όλους τους εμπλεκόμενους και αν δεν αναζητηθούν – και επιτευχθούν – ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις.











