Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τα δάνεια που έχουν υπαχθεί στον Νόμο Κατσέλη βάζει φωτιά σε μια αγορά που ήδη κινείται σε τεντωμένο σχοινί. Το μέγεθος είναι μεγάλο, αφού αφορά περίπου 350 χιλιάδες οφειλέτες και εγγυητές, ενώ η αντίδραση των servicers δείχνει ότι δεν βλέπουν απλώς μια δικαστική διευκρίνιση, αλλά μια αλλαγή κανόνων στο πεδίο της διαχείρισης ιδιωτικού χρέους. Στην ουσία, αλλάζει η μέθοδος υπολογισμού των τόκων για αυτές τις ρυθμισμένες χορηγήσεις, με αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζεται από την πλευρά των διαχειριστών, να προκύπτουν τεράστιες αποκλίσεις σε σχέση με ό,τι ίσχυε μέχρι σήμερα.
Το κεντρικό σημείο είναι η βάση πάνω στην οποία υπολογίζεται η επιτοκιακή επιβάρυνση. Με τη νέα λογική, για τον προσδιορισμό του τόκου θα λαμβάνεται υπόψη η μηνιαία δόση και όχι το σύνολο της οφειλής. Αυτό, σύμφωνα με όσα λένε οι servicers, οδηγεί σε ένα κούρεμα των τόκων που μπορεί να φτάνει τουλάχιστον στο 90%, σε σημείο που να περιγράφουν ότι τα δάνεια «καθίστανται ουσιαστικά άτοκα». Η περιγραφή αυτή δείχνει γιατί το θέμα δεν αντιμετωπίζεται ως απλή αλλαγή σε έναν μαθηματικό τύπο, αλλά ως εξέλιξη που μεταβάλλει την οικονομική αξία ενός χαρτοφυλακίου ρυθμισμένων απαιτήσεων.
Το παράδειγμα που χρησιμοποιείται για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της αλλαγής είναι απλό και αποκαλυπτικό. Σε οφειλή 100.000 ευρώ με επιτόκιο 3%, ο τόκος στην πρώτη μηνιαία δόση, υπό κανονικές συνθήκες, υπολογίζεται στα 250 ευρώ. Πάνω σε αυτό προστίθεται το κεφάλαιο που αποπληρώνεται, ανάλογα με τη διάρκεια του δανείου. Αν η διάρκεια είναι 20 χρόνια, η μηνιαία δόση διαμορφώνεται στα 555 ευρώ, εκ των οποίων τα 250 ευρώ είναι τόκοι και τα 305 ευρώ κεφάλαιο τον πρώτο μήνα. Στη συνέχεια, καθώς το υπόλοιπο μειώνεται, μειώνονται και οι τόκοι, αυξάνεται το κεφάλαιο που πληρώνεται, όμως η δόση παραμένει σταθερή αν δεν αλλάξει το επιτόκιο. Με τον νέο τρόπο, ωστόσο, το σημείο αναφοράς γίνεται η ίδια η δόση, κάτι που, όπως σημειώνεται, οδηγεί σε σχεδόν μηδενισμό των τόκων.
Η μεγάλη συζήτηση, όμως, δεν σταματά στις δόσεις. Στο τραπέζι μπαίνει η επίπτωση στις τιτλοποιήσεις που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια με την υποστήριξη κρατικών εγγυήσεων, στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής». Οι servicers επικαλούνται μελέτη που υπολογίζει την επίπτωση στα έσοδα γύρω στο 1 δισ. ευρώ. Τραπεζικοί κύκλοι μιλούν για ποσό ικανό να θέσει σε κίνδυνο τα κρατικά ενέχυρα, ειδικά αν οι στόχοι των τιτλοποιήσεων δεν επιτευχθούν. Η πιο ωμή διατύπωση είναι ότι, αν δεν βγουν τα business plans, ανοίγει δρόμος για κατάπτωση εγγυήσεων και τότε ο λογαριασμός μεταφέρεται στον φορολογούμενο.
Παράλληλα, αναφέρεται ως ενδεχόμενο η κινητοποίηση της Eurostat, αφού μέχρι σήμερα έχει δεχθεί οι συγκεκριμένες εγγυήσεις να μην προσμετρώνται στο δημόσιο χρέος. Ο προβληματισμός είναι αν μια τέτοια εξέλιξη, με σημαντικές απώλειες και νέες προσφυγές, μπορεί να αλλάξει παραδοχές και να προκαλέσει νέο γύρο συζήτησης για τη δημοσιονομική μεταχείριση των εγγυήσεων.
Το τρίτο μεγάλο κομμάτι της συζήτησης είναι ο «ηθικός κίνδυνος». Από την πλευρά των servicers επισημαίνεται ότι ενισχύεται η αίσθηση πως οι ασυνεπείς επιβραβεύονται, αφού υπάρχουν χιλιάδες περιπτώσεις οφειλετών που σταμάτησαν να πληρώνουν από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, περιμένοντας δικαστική απόφαση, η οποία άργησε χρόνια ή δεν έχει ακόμη εκδοθεί. Για αυτούς, λένε, μια νέα δικαστική εξέλιξη λειτουργεί σαν «δώρο» στους τόκους. Ταυτόχρονα, τίθεται πρακτικό ζήτημα για όσους πλήρωναν κανονικά μέχρι σήμερα, με βάση τον παλιό υπολογισμό, αν πρέπει να υπάρξουν επιστροφές και πώς γίνεται αυτό τεχνικά.
Τέλος, καταγράφεται ο προβληματισμός ότι η απόφαση μπορεί να αξιοποιηθεί ως μοχλός πίεσης προς το πολιτικό και δικαστικό σύστημα, ώστε να εφαρμοστεί αντίστοιχη λογική και σε άλλα δάνεια και ρυθμίσεις, όπως στον εξωδικαστικό μηχανισμό, ειδικά για τους ευάλωτους. Το ερώτημα που τίθεται από την ίδια πλευρά είναι αν θα φτάσουμε στο σημείο να καταστήσουμε «άτοκες» όλες τις λύσεις αναδιάρθρωσης, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας για την κουλτούρα πληρωμών και τη βιωσιμότητα των σχεδίων ανάκτησης.











