Οι αυξήσεις στα καύσιμα επιστρέφουν με ένταση τις τελευταίες δύο εβδομάδες και η αίσθηση στην αγορά είναι ότι το κύμα δεν έρχεται τυχαία, ούτε «κόβεται» εύκολα στην αλυσίδα. Από την πλευρά των πρατηριούχων, η εξήγηση που δίνεται είναι ότι η αναταραχή στη διεθνή αγορά ανεβάζει την τιμή του πετρελαίου μπρεντ και αυτή η άνοδος μεταφέρεται άμεσα στις αντλίες. Η αιτία συνδέεται με γεωπολιτικές εξελίξεις και ειδικότερα με πρόσφατες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για το Ιράν, που, όπως λέγεται, επιδρούν στο κλίμα και στη διαμόρφωση τιμών διεθνώς. Αυτό που μένει τελικά στον οδηγό, είναι ότι σε μικρό χρονικό διάστημα οι τιμές ανεβαίνουν και η καθημερινή μετακίνηση γίνεται ακριβότερη, ενώ η αγορά μπαίνει σε φάση συνεχούς προσαρμογής.
Σύμφωνα με όσα περιγράφονται, η αμόλυβδη έχει αυξηθεί κατά 5 έως 6 λεπτά το λίτρο μέσα σε περίπου 15 ημέρες, ενώ το πετρέλαιο κίνησης κινείται ακόμη πιο έντονα ανοδικά. Οι ενδεικτικές τιμές που αναφέρονται είναι γύρω στο 1,77 ευρώ το λίτρο για την αμόλυβδη και περίπου 1,55 έως 1,56 ευρώ το λίτρο για το πετρέλαιο κίνησης. Υπάρχει, ωστόσο, μια λεπτομέρεια που εξηγεί γιατί σε κάποιες περιοχές ή πρατήρια βλέπει κανείς μικρές αποκλίσεις, οι τιμές επηρεάζονται από το πότε προμηθεύτηκε καύσιμο το κάθε πρατήριο. Όταν κάποιος έχει αγοράσει νωρίτερα, μπορεί για λίγο να κρατά άλλη τιμή, όταν αγοράζει με νέο τιμολόγιο, η αναπροσαρμογή έρχεται αμέσως.
Το επόμενο σημείο της συζήτησης είναι πού «γεννιέται» η αύξηση. Η περιγραφή που δίνεται είναι ότι οι ανατιμήσεις ξεκινούν από τα δύο ελληνικά διυλιστήρια, τα οποία καθορίζουν τα τιμολόγια που περνούν στις εταιρείες εμπορίας και στη συνέχεια στα πρατήρια. Στο επιχείρημα του κλάδου, το πρατήριο δεν έχει περιθώριο να λειτουργήσει ανεξάρτητα από το κόστος αγοράς. Όταν παραλαμβάνει με νέο, ακριβότερο τιμολόγιο, η τιμή στην αντλία αλλάζει, γιατί διαφορετικά η επιχείρηση γράφει ζημιά. Με αυτό το σκεπτικό, οι πρατηριούχοι προσπαθούν να δείξουν ότι οι αυξήσεις δεν είναι «ιδιοτροπία» της αντλίας, αλλά αποτέλεσμα μιας αλυσίδας όπου ο κάθε κρίκος μεταφέρει το κόστος στον επόμενο.
Παράλληλα, όμως, ανοίγει και ένα άλλο μέτωπο που χαρακτηρίζεται «μελανό σημείο» της αγοράς, τα πρατήρια που έχουν εντοπιστεί με νοθεία ή πειραγμένες αντλίες και παρ’ όλα αυτά καταφέρνουν να επαναλειτουργούν. Η καταγγελία που γίνεται είναι ότι κάποιοι αλλάζουν ΑΦΜ ή χρησιμοποιούν «αχυρανθρώπους» για να ανοίξουν ξανά, ακόμη και όταν έχουν επιβληθεί βαριά πρόστιμα. Αναφέρεται μάλιστα συγκεκριμένη περίπτωση πρατηρίου που εντοπίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2025 με πειραγμένες αντλίες, εντοπίστηκε εκ νέου πριν από έναν μήνα για το ίδιο αδίκημα, έκλεισε με πρόστιμο 150.000 ευρώ, αλλά επαναλειτούργησε. Η εικόνα αυτή παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι χωρίς εντατικότερους και ουσιαστικότερους ελέγχους, η παρανομία βρίσκει τρόπο να επιβιώνει και να επιστρέφει.
Στο ίδιο πλαίσιο, γίνεται αναφορά και στο νέο ψηφιακό σύστημα που επιβάλλεται στα πρατήρια. Περιγράφεται ως ένα σύστημα που απαιτεί συνεχείς αναβαθμίσεις και υψηλό κόστος εγκατάστασης, κόστος που δεν μπορούν εύκολα να σηκώσουν όλα τα πρατήρια. Υποστηρίζεται ότι η τεχνολογία εξελίσσεται, αλλά όσοι θέλουν να παρανομήσουν βρίσκουν τρόπους να παρακάμπτουν ελέγχους, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου οι νόμιμοι καλούνται να πληρώνουν συνεχώς για αναβαθμίσεις, ενώ οι παράνομοι αναζητούν διαδρομές διαφυγής. Τέλος, αναφέρεται ότι υπάρχει προσπάθεια να τεθεί θέμα επιδότησης, με στόχο να ανοίξει συζήτηση στήριξης, ειδικά όταν οι διεθνείς εξελίξεις πιέζουν την τσέπη του καταναλωτή και μετατρέπουν το γέμισμα του ρεζερβουάρ σε καθημερινό «σοκ».











