Κάτω από το ψυχολογικό όριο του 4% υποχώρησε τον Δεκέμβριο το επιτοκιακό περιθώριο, δηλαδή η διαφορά μεταξύ επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει μια μεταβολή στη συμπεριφορά των τραπεζών, οι οποίες διατήρησαν αμετάβλητα τα επιτόκια καταθέσεων, αλλά προχώρησαν σε αισθητές μειώσεις στα επιτόκια δανείων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το επιτοκιακό περιθώριο διαμορφώθηκε στο 3,93%, από 4,34% που ήταν τον Νοέμβριο του 2025, σηματοδοτώντας μια αποκλιμάκωση που παρακολουθεί στενά τόσο η αγορά όσο και οι καταθέτες και δανειολήπτες.
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο του συνόλου των νέων καταθέσεων παρέμεινε αμετάβλητο στο 0,31%, ενώ το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων δανείων μειώθηκε κατά 41 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε στο 4,24%. Η εξέλιξη αυτή είναι καθοριστική για τη διαμόρφωση του κόστους χρήματος στην ελληνική οικονομία.
Η ψαλίδα επιτοκίων και οι καταθέσεις
Στο σκέλος των καταθέσεων, το μέσο επιτόκιο των καταθέσεων μίας ημέρας από νοικοκυριά παρέμεινε αμετάβλητο στο 0,03%, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο από επιχειρήσεις αυξήθηκε οριακά στο 0,10% από 0,08% τον προηγούμενο μήνα. Παράλληλα, το μέσο επιτόκιο των καταθέσεων με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος από νοικοκυριά μειώθηκε κατά 5 μονάδες βάσης στο 1,09%, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο από επιχειρήσεις αυξήθηκε κατά 4 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε στο 1,72%.
Η ψαλίδα επιτοκίων και τα δάνεια
Στα δάνεια, το μέσο επιτόκιο των καταναλωτικών δανείων χωρίς καθορισμένη διάρκεια μειώθηκε στο 14,62%, ενώ στα καταναλωτικά δάνεια με συγκεκριμένη διάρκεια και κυμαινόμενο επιτόκιο καταγράφηκε μεγαλύτερη μείωση, με το επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 10,57%. Αντίθετα, το μέσο επιτόκιο των στεγαστικών δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο αυξήθηκε ελαφρά στο 3,44%.
Στα επιχειρηματικά δάνεια, το επιτόκιο χωρίς καθορισμένη διάρκεια παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 4,51%, ενώ το αντίστοιχο των επαγγελματικών δανείων μειώθηκε στο 6,77%. Οι διαφοροποιήσεις αυτές δείχνουν ότι η υποχώρηση της ψαλίδας οφείλεται κυρίως στη μείωση του κόστους χρηματοδότησης και όχι σε ουσιαστική ενίσχυση των αποδόσεων για τους καταθέτες.











