Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Δημήτρη Θεοφάνους
Managing Director | eTURN | eTransformation Consulting
Τη συζήτηση για την κατάργηση ή τη δραστική μείωση της προκαταβολής φόρου στις επιχειρήσεις δεν είναι απλώς ένα λογιστικό ζήτημα. Είναι ένα βαθιά αναπτυξιακό θέμα που αγγίζει την καρδιά της ελληνικής επιχειρηματικότητας και επηρεάζει άμεσα τη βιωσιμότητα χιλιάδων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Σε μια οικονομία που προσπαθεί να σταθεροποιηθεί μετά από χρόνια κρίσεων, πληθωριστικής πίεσης και αβεβαιότητας, η προκαταβολή φόρου λειτουργεί συχνά ως τροχοπέδη αντί ως εργαλείο σταθερότητας.

Η λογική της προκαταβολής βασίζεται στην υπόθεση ότι η επόμενη χρονιά θα είναι τουλάχιστον εξίσου κερδοφόρα με την προηγούμενη. Στην πράξη, όμως, η ελληνική επιχειρηματική πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Οι περισσότερες επιχειρήσεις λειτουργούν σε ένα περιβάλλον υψηλής μεταβλητότητας, όπου τα έσοδα δεν είναι ποτέ δεδομένα και τα έξοδα αυξάνονται διαρκώς. Η απαίτηση να πληρώνεται φόρος για κέρδη που δεν έχουν ακόμη παραχθεί αφαιρεί πολύτιμη ρευστότητα από την αγορά και πιέζει κυρίως εκείνους που προσπαθούν να σταθούν όρθιοι.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η προκαταβολή φόρου μεταφράζεται συχνά σε άμεσο πρόβλημα ταμειακών ροών. Κεφάλαια που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε επενδύσεις, σε προσλήψεις, σε αναβάθμιση εξοπλισμού ή σε ψηφιακό μετασχηματισμό, δεσμεύονται για φορολογικές υποχρεώσεις μελλοντικής χρήσης. Αυτό δεν περιορίζει μόνο την ανάπτυξη· περιορίζει και την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων απέναντι σε απρόβλεπτες συνθήκες.
Η κατάργηση της προκαταβολής ή η αντικατάστασή της με ένα πιο ευέλικτο και δίκαιο σύστημα φορολόγησης θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ουσιαστική ένεση ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Οι επιχειρήσεις θα είχαν τη δυνατότητα να διαχειρίζονται καλύτερα τα κεφάλαιά τους, να σχεδιάζουν με μεγαλύτερη ασφάλεια και να επενδύουν με ορίζοντα, αντί να λειτουργούν διαρκώς αμυντικά. Η φορολόγηση των πραγματικών, και όχι των υποθετικών, κερδών δημιουργεί ένα πιο υγιές επιχειρηματικό περιβάλλον και ενισχύει τη φορολογική συμμόρφωση.
Παράλληλα, ένα τέτοιο μέτρο θα έστελνε και ένα ισχυρό μήνυμα εμπιστοσύνης προς την αγορά. Ότι το κράτος αντιμετωπίζει τις επιχειρήσεις όχι ως μηχανές είσπραξης φόρων, αλλά ως βασικούς πυλώνες ανάπτυξης, απασχόλησης και κοινωνικής συνοχής. Η ενίσχυση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων οδηγεί μακροπρόθεσμα και σε σταθερότερα δημόσια έσοδα, καθώς λιγότερες επιχειρήσεις κλείνουν και περισσότερες αναπτύσσονται.
Δεν πρόκειται για φορολογική χαλάρωση χωρίς όρους, αλλά για αναπροσαρμογή ενός μηχανισμού που δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες της σύγχρονης οικονομίας. Σε μια περίοδο όπου η ανταγωνιστικότητα, η εξωστρέφεια και η παραγωγικότητα αποτελούν ζητούμενα, η απελευθέρωση ρευστότητας μπορεί να κάνει τη διαφορά μεταξύ επιβίωσης και ανάπτυξης.
Η κατάργηση της προκαταβολής φόρου δεν είναι πανάκεια. Είναι όμως ένα ξεκάθαρο, πρακτικό βήμα προς μια οικονομία που δίνει χώρο στις επιχειρήσεις να αναπνεύσουν, να σχεδιάσουν και να επενδύσουν στο μέλλον. Και αυτό, σε τελική ανάλυση, είναι προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη.











