Μήνυμα ότι το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας έχει αλλάξει ουσιαστικά τα τελευταία χρόνια στέλνει ο διοικητής της Τράπεζα της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, σε συνέντευξή του στο Politico.
Απαντώντας σε επικρίσεις που διατυπώνονται στις Βρυξέλλες ότι η Αθήνα φέρεται να επιδιώκει «ήπιες» ευρωπαϊκές κυρώσεις για να προστατεύσει τη ναυτιλία, ο κεντρικός τραπεζίτης υπογράμμισε ότι η ελληνική ανάπτυξη δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τη θάλασσα και τον τουρισμό.
«Δεν είναι όπως στο παρελθόν. Δεν είναι μόνο ο τουρισμός και η ναυτιλία», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει στηρίξει πλήρως τη γραμμή της Ε.Ε. υπέρ της Ουκρανίας.
Η αστάθεια της ναυτιλίας και οι νέοι πυλώνες
Ο διοικητής της ΤτΕ στάθηκε στη μεταβλητότητα των εσόδων από τη ναυτιλία, επισημαίνοντας ότι ο κλάδος εμφανίζει έντονες διακυμάνσεις: μετά την ισχυρή μεταπανδημική ανάκαμψη, τα έσοδα υποχώρησαν περίπου 13% το 2023, παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα το 2024 και εκτιμάται ότι θα μειωθούν περαιτέρω κατά περίπου 15% το 2025. «Η πορεία αποκλίνει σαφώς από τη συνολική ανάπτυξη της Ελλάδας», ανέφερε.
Για τον ίδιο, η αναπτυξιακή δυναμική προέρχεται κυρίως από την εσωτερική ζήτηση, τις επενδύσεις και την ιδιωτική κατανάλωση, ενώ κομβικό ρόλο παίζει η διαφοροποίηση της παραγωγικής βάσης.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέδειξε την ενίσχυση του φαρμακευτικού κλάδου, ο οποίος καλύπτει περίπου το 10% της ευρωπαϊκής παραγωγής φαρμάκων, στοιχείο που – όπως είπε – αποτυπώνει τη στροφή της ελληνικής οικονομίας σε πιο εξωστρεφείς και τεχνολογικά προηγμένους τομείς.
Σταθερή ανάπτυξη άνω του μέσου όρου της ευρωζώνης
Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 2,1% για φέτος, ενώ ο κ. Στουρνάρας εκτιμά ότι η οικονομία θα διατηρήσει σταθερή πορεία κοντά στο 2% και τα επόμενα χρόνια, έως το 2027-2028.
Κατά τον ίδιο, οι υφιστάμενες ή ενδεχόμενες νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας δεν συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για τις προοπτικές της χώρας, καθώς η ελληνική οικονομία εμφανίζει πλέον μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε εξωτερικούς κραδασμούς.
«Η Ελλάδα έχει αλλάξει πολύ», κατέληξε, υπογραμμίζοντας τη διαδρομή από τη βαθιά ύφεση της κρίσης χρέους – όταν το ΑΕΠ είχε συρρικνωθεί περίπου κατά ένα τέταρτο – έως τη σημερινή υπεραπόδοση έναντι πολλών χωρών της ευρωζώνης.











