Η συζήτηση γύρω από το παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας επανέρχεται με ένταση, καθώς μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ παρουσιάζει μια διαφορετική εικόνα από αυτή που κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο. Το αφήγημα ότι η χώρα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια «οικονομία του καφέ» αμφισβητείται μέσα από μακροοικονομικά δεδομένα που δείχνουν σταδιακή μετατόπιση προς ένα πιο εξωστρεφές και πολυδιάστατο πρότυπο ανάπτυξης.
Μετά το 2015, οι εξαγωγές αγαθών αυξάνονται με ρυθμό 7,8% ετησίως, ταχύτερα από τις τουριστικές εισπράξεις και σημαντικά υψηλότερα από τον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και μεγαλύτερη ενσωμάτωση της χώρας στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, η μεταποίηση εμφανίζει σταθερή άνοδο με ρυθμό 3% ετησίως, υπερβαίνοντας τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ.
Η απασχόληση στη μεταποίηση αυξάνεται με διπλάσιο ρυθμό από τη συνολική απασχόληση, ενώ οι επενδύσεις σε εξοπλισμό και τεχνολογία ενισχύονται σημαντικά. Ο αγροδιατροφικός τομέας καταγράφει επίσης θεαματική βελτίωση, μετατρέποντας το έλλειμμα του 2008 σε πλεόνασμα το 2023.
Η μελέτη επισημαίνει ότι το εμπορικό έλλειμμα δεν πρέπει να ερμηνεύεται μονοδιάστατα ως ένδειξη αποτυχίας, καθώς συνδέεται με τη δυναμική των λοιπών ισοζυγίων και τις εισροές κεφαλαίων. Παράλληλα, η βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας σε περιόδους κανονικότητας υποδηλώνει ότι η οικονομία προσαρμόζεται σταδιακά.
Συνολικά, τα δεδομένα δείχνουν ότι ο τουρισμός δεν λειτουργεί εις βάρος της μεταποίησης ή της γεωργίας. Αντίθετα, αναπτύσσονται παράλληλα. Η πρόκληση πλέον είναι η διατήρηση δημοσιονομικής πειθαρχίας, η ενίσχυση της αποταμίευσης και η αποφυγή μη παραγωγικών επενδύσεων, ώστε η μετατόπιση προς το νέο παραγωγικό υπόδειγμα να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.











