Σε προχωρημένο στάδιο βρίσκεται πλέον η έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού για πρακτικές επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην αγορά των υπηρεσιών εκτέλεσης εμβασμάτων. Η υπόθεση κινείται με προτεραιότητα, καθώς προέκυψε από καταγγελία και συνοδεύτηκε από αυτεπάγγελτη διερεύνηση της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού, στοιχείο που δείχνει ότι η υπόθεση δεν αντιμετωπίζεται ως τυπική ή δευτερεύουσα. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής, έχει ήδη γίνει ανάθεση σε αρμόδιο εισηγητή, γεγονός που υποδηλώνει ότι η έρευνα έχει περάσει σε πιο κρίσιμη φάση, χωρίς αυτό να προεξοφλεί την τελική κρίση ή την κατεύθυνση της εισήγησης.
Το αντικείμενο της διερεύνησης αφορά το κατά πόσο συγκεκριμένες πρακτικές συνιστούν παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού, όπως προβλέπονται τόσο από την ελληνική νομοθεσία όσο και από το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Στην ανακοίνωση γίνεται αναφορά στα άρθρα του Ν. 3959/2011 και στα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία αποτελούν τον βασικό κορμό των απαγορεύσεων σε θέματα συμπράξεων και κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης.
Κεντρικό σημείο της έρευνας είναι η πιθανότητα ύπαρξης συμπράξεων μεταξύ επιχειρήσεων, μέσω συμφωνιών ή εναρμονισμένων πρακτικών, που ενδέχεται να περιορίζουν τον ανταγωνισμό στην αγορά εμβασμάτων. Παράλληλα, εξετάζεται το ενδεχόμενο μονομερών πρακτικών που μπορεί να λειτουργούν ως πρόσκληση σε απαγορευμένες συμπράξεις ή ως ανακοίνωση μελλοντικών προθέσεων τιμολόγησης προς ανταγωνιστές. Το νομικό πλαίσιο, όπως περιγράφεται, είναι αυστηρό απέναντι σε συμπεριφορές που στρεβλώνουν την αγορά, είτε αυτές προκύπτουν από συνεννόηση είτε από πρακτικές που πιέζουν τον ανταγωνισμό με άλλους τρόπους.
Επιπλέον, η Επιτροπή Ανταγωνισμού εξετάζει και την πιθανότητα καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, καθώς και πρακτικών αποκλεισμού ανταγωνιστών μέσω παράλληλων δικτύων συμφωνιών προώθησης συγκεκριμένου σήματος. Η διερεύνηση τέτοιων πρακτικών συνδέεται με το ερώτημα αν δημιουργούνται σωρευτικά αποτελέσματα αποκλεισμού που περιορίζουν την πρόσβαση ή τη δυνατότητα δραστηριοποίησης άλλων επιχειρήσεων στην αγορά.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η ανάθεση σε εισηγητή ενεργοποιεί συγκεκριμένες προθεσμίες που προβλέπονται από το άρθρο 15 του Ν. 3959/2011 για τη λήψη απόφασης, ωστόσο η προβλεπόμενη προθεσμία είναι ενδεικτική. Ο χρόνος ολοκλήρωσης, όπως σημειώνεται, εξαρτάται από την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τον όγκο του διοικητικού φακέλου και τον βαθμό συνεργασίας των ελεγχόμενων επιχειρήσεων. Με αυτά τα δεδομένα, η υπόθεση των εμβασμάτων περνά σε μια περίοδο αυξημένης θεσμικής παρακολούθησης και έντασης της διαδικασίας.










