Σε πλήρη εφαρμογή τίθεται από τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου το νέο καθεστώς υποχρεωτικής ηλεκτρονικής τιμολόγησης, σηματοδοτώντας μια ριζική αλλαγή στον τρόπο που το κράτος παρακολουθεί τις συναλλαγές και τον ΦΠΑ σε πραγματικό χρόνο.
Η αρχή γίνεται με τις επιχειρήσεις που εμφάνισαν ακαθάριστα έσοδα άνω του 1 εκατ. ευρώ το φορολογικό έτος 2023, οι οποίες υποχρεούνται πλέον να εκδίδουν τιμολόγια αποκλειστικά μέσω πιστοποιημένου Παρόχου ή μέσω των δωρεάν εφαρμογών της ΑΑΔΕ. Τον Οκτώβριο ακολουθεί η δεύτερη φάση, με την ένταξη και των μικρότερων επιχειρήσεων.
Με το νέο σύστημα, κάθε τιμολόγιο διαβιβάζεται αυτόματα και ταυτόχρονα στον εκδότη, στον λήπτη και στο myDATA της ΑΑΔΕ, δίνοντας στη φορολογική διοίκηση πλήρη εικόνα των συναλλαγών σε πραγματικό χρόνο. Στόχος είναι ο δραστικός περιορισμός της φοροδιαφυγής, η εξάλειψη των εικονικών τιμολογίων και η μείωση της απώλειας εσόδων από ΦΠΑ.
Παράλληλα, η ηλεκτρονική τιμολόγηση αναμένεται να απλοποιήσει σημαντικά τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων, καθώς οι δηλώσεις ΦΠΑ και το έντυπο Ε3 θα προσυμπληρώνονται, μειώνοντας λάθη, καθυστερήσεις και διοικητικό κόστος.
Κρίσιμη θεωρείται η προθεσμία της 12ης Φεβρουαρίου, έως την οποία οι υπόχρεες επιχειρήσεις πρέπει να έχουν υποβάλει τη «Δήλωση Έναρξης Ηλεκτρονικής Έκδοσης Στοιχείων» στο myDATA. Η παράλειψη της δήλωσης, ακόμη και αν εκδίδονται ήδη ηλεκτρονικά τιμολόγια, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές κυρώσεις.
Από τις 13 Φεβρουαρίου και μετά, τιμολόγια που δεν εκδίδονται μέσω νόμιμου Παρόχου ή των εγκεκριμένων εφαρμογών της ΑΑΔΕ ενδέχεται να θεωρούνται ως μη εκδοθέντα, με πρόστιμα που φτάνουν το 50% του αναλογούντος ΦΠΑ ανά παραστατικό.
Η δεύτερη φάση του μέτρου, από 1η Οκτωβρίου 2026, θα συνοδευτεί από φορολογικά κίνητρα για τις μικρότερες επιχειρήσεις που θα ενταχθούν νωρίτερα στο σύστημα, με αυξημένες αποσβέσεις για εξοπλισμό και λογισμικό.
Με τη νέα ψηφιακή αρχιτεκτονική, το οικονομικό επιτελείο φιλοδοξεί να βάλει οριστικό τέλος στις «σκιές» της αγοράς, περνώντας τη φορολογική συμμόρφωση σε μια νέα, διαφανή εποχή.











