Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Δημήτρη Θεοφάνους
Managing Director | eTURN | eTransformation Consulting
Για χιλιάδες ελληνικές επιχειρήσεις, το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν έχουν δουλειά. Είναι αν έχουν ρευστότητα. Και ένας από τους πιο σιωπηλούς αλλά καταστροφικούς μηχανισμούς που στραγγίζει τη ρευστότητα της αγοράς είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο ΦΠΑ. Ένα σύστημα που απαιτεί από τις επιχειρήσεις να αποδίδουν φόρο για έσοδα που συχνά δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί.
Στην πράξη, πολλές επιχειρήσεις λειτουργούν ως άτυποι χρηματοδότες του κράτους. Πουλάνε, τιμολογούν, αλλά πριν δουν τα χρήματα στο ταμείο τους, καλούνται να αποδώσουν ΦΠΑ. Σε μια αγορά όπου οι καθυστερήσεις πληρωμών είναι συχνές, αυτό δημιουργεί ένα μόνιμο κενό ρευστότητας που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να καλυφθεί.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο σε κλάδους με B2B συναλλαγές, έργα, υπηρεσίες ή χονδρική. Μια μικρομεσαία επιχείρηση μπορεί να τιμολογήσει σήμερα και να πληρωθεί σε 60 ή 90 ημέρες. Ο ΦΠΑ όμως πρέπει να αποδοθεί πολύ νωρίτερα. Το αποτέλεσμα είναι προφανές: η επιχείρηση πληρώνει φόρο για χρήματα που δεν έχει ακόμη λάβει.
Αυτό δεν είναι θεωρητικό ζήτημα. Είναι καθημερινότητα. Πολλές επιχειρήσεις αναγκάζονται να χρησιμοποιούν δανεισμό, πιστωτικές γραμμές ή προσωπικά κεφάλαια για να καλύψουν φορολογικές υποχρεώσεις, όχι επειδή δεν είναι βιώσιμες, αλλά επειδή το φορολογικό σύστημα δεν ακολουθεί τη ροή του πραγματικού χρήματος. Η επιβάρυνση αυτή συσσωρεύεται και περιορίζει δραστικά τη δυνατότητα επενδύσεων, προσλήψεων και ανάπτυξης.
Το επιχείρημα ότι «ο ΦΠΑ είναι έμμεσος φόρος που πληρώνει ο καταναλωτής» δεν αναιρεί το πρόβλημα. Στην πράξη, μέχρι να εισπραχθεί, ο ΦΠΑ επιβαρύνει το ταμείο της επιχείρησης. Όσο μεγαλύτερος ο κύκλος εργασιών, τόσο μεγαλύτερη και η πίεση στη ρευστότητα. Έτσι, η ανάπτυξη μετατρέπεται σε ρίσκο αντί για ευκαιρία.
Υπάρχουν χώρες στην Ευρώπη που έχουν υιοθετήσει πιο ευέλικτα συστήματα, όπως η απόδοση ΦΠΑ με βάση την είσπραξη και όχι την τιμολόγηση, ειδικά για μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Τέτοιες πρακτικές δεν μειώνουν τα δημόσια έσοδα μακροπρόθεσμα· αντίθετα, ενισχύουν τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και μειώνουν τα λουκέτα, κάτι που τελικά ωφελεί και το κράτος.
Στην Ελλάδα, όμως, η συζήτηση παραμένει περιορισμένη. Ο ΦΠΑ αντιμετωπίζεται ως τεχνικό φορολογικό θέμα και όχι ως κρίσιμο ζήτημα ρευστότητας. Κι όμως, για πολλές επιχειρήσεις, δεν είναι ο φόρος που πληρώνουν στο τέλος της χρονιάς αυτός που τις πιέζει περισσότερο, αλλά ο φόρος που πληρώνουν πριν καν πληρωθούν.
Η ειρωνεία είναι ότι την ίδια στιγμή που συζητάμε για ανάπτυξη, εξωστρέφεια και στήριξη της επιχειρηματικότητας, διατηρούμε μηχανισμούς που λειτουργούν αντικίνητρα για το επιχειρείν. Όσο το φορολογικό σύστημα αγνοεί τον χρόνο είσπραξης, τόσο οι επιχειρήσεις θα λειτουργούν αμυντικά, με περιορισμένα αποθέματα και φόβο απέναντι στην ανάπτυξη.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι απλό: θέλουμε επιχειρήσεις που μεγαλώνουν ή επιχειρήσεις που απλώς επιβιώνουν; Αν η απάντηση είναι η ανάπτυξη, τότε η συζήτηση για τον ΦΠΑ δεν μπορεί να συνεχίσει να γίνεται με τους ίδιους όρους. Η προσαρμογή του στην πραγματική ροή χρήματος δεν είναι φορολογική χαλάρωση. Είναι ρεαλισμός.
Γιατί καμία επιχείρηση δεν μπορεί να αναπτυχθεί όταν καλείται να πληρώνει φόρους για χρήματα που δεν έχει ακόμη δει στο ταμείο της.











